10 Ιουνίου 2017

Ο Αργύρης Σφουντούρης -μεγάλος πια- «ξαναζεί» την ναζιστική θηριωδία στο Δίστομο (φωτογραφίες)


10 Ιουνίου του 1944: Από την νύχτα εκείνη, το Δίστομο έπρεπε να μάθει να ζει με τον πόνο. Για το χωριό που βίωσε μία από τις πιο φρικαλέες σφαγές στην παγκόσμια ιστορία, θα αργούσε να ξημερώσει. Τα παιδιά αποκοιμιούνταν ακούγοντας μοιρολόγια, οι μητέρες αντίκριζαν καθημερινά τους λεκέδες με το αίμα των παιδιών τους...




Οι νύφες παντρεύονταν στα σπίτια τους, ντυμένες στα μαύρα. Οι Διστομίτες έπρεπε να ζήσουν με την οργή, το μίσος, την αδικία να τους πνίγει. Οι εικόνες των σφαγιασθέντων αγαπημένων τους προσώπων θα τους στοίχειωναν σε όλη τους της ζωή. Οι επιζώντες γλίτωσαν από το θάνατο, αλλά έμαθαν να ζουν μαζί του...

«Χορτασμένοι» από το αίμα αθώων, το απόγευμα της 10ης Ιουνίου, οι Γερμανοί ναζί αποχώρησαν από το χωριό του Διστόμου. Είχαν προηγηθεί ώρες ανελέητης σφαγής. Διακόσιοι δέκα οχτώ Διστομίτες, ανάμεσα τους γυναικόπαιδα και ηλικιωμένοι, έχασαν μαρτυρικά τη ζωή τους. Ανάμεσα στα θύματα και ένα αβάπτιστο αγοράκι, δύο μηνών. 


Ο Αργύρης Σφουντούρης σε παιδική ηλικία
Ο μικρός Αργύρης, 4 ετών, έχασε και τους δύο του γονείς μαζί με 30 συγγενείς του. Γλίτωσε χάρη στο νόημα που του έκανε ένας αξιωματικός των Ες-Ες, με το οποίο τον προέτρεψε να πάει να κρυφτεί μέσα στο σπίτι του. Τα επόμενα χρόνια της ζωής του, τα πέρασε μέσα σε ορφανοτροφεία στην Αθήνα, μαζί με άλλα παιδιά θύματα του πολέμου.

Μία μέρα, εμφανίστηκε μία αποστολή του Ερυθρού Σταυρού και διάλεξε κάποια παιδιά για να κάνουν μια καινούρια αρχή σε άλλη χώρα. Έτσι, ο Αργύρης βρέθηκε στην Ελβετία, στο παιδικό χωριό Πεσταλότσι στο Τρόγκεν, όπου μεγάλωσε μακριά από την πατρίδα του. Σπούδασε μαθηματικά και αστροφυσική και αφιερώθηκε στον αγώνα για την διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων.

Όλες οι ωραίες του αναμνήσεις, χάθηκαν μέσα σε μία ημέρα. «Δεν θυμάμαι τίποτα από τα παιδικά μου χρόνια πριν από τη σφαγή. Όλες μου οι μνήμες εξαλείφθηκαν με τη σφαγή. Ήταν τόσο έντονες οι εικόνες, που λέω σήμερα ότι έγιναν “τατουάζ” στην ψυχή μου. Χάθηκαν οι χαρούμενες εικόνες. Δεν είμαι σίγουρος, αν θυμάμαι, τα πρόσωπα των γονιών μου από όταν ζούσαν ή από τις λιγοστές φωτογραφίες της γιαγιάς μου! Γιατί μαζί με το σπίτι μας, κάηκαν και όλες οι φωτογραφίες!».

Η ημέρα της σφαγής...

«Εικόνες θυμάμαι. Πολύ βαριές και οδυνηρές εικόνες. Ήταν δέκα η ώρα το πρωί όταν ήρθαν τα γερμανικά φορτηγά. Δέκα, είκοσι, δεν θυμάμαι ακριβώς. Εγώ έπαιζα μαζί με άλλα παιδιά και όταν είδαμε τα γερμανικά φορτηγά, σταματήσαμε το παιχνίδι. Σταμάτησαν τα πάντα. Τότε έπιασαν τον πρόεδρο της κοινότητας, τον Χαράλαμπο Κίνια και τον παπά του χωριού, τον Σωτήρη Ζήση. Τους ρώτησαν αν έχει αντάρτες το χωριό. Αφού τους απάντησαν, ότι δεν έχει αντάρτες το χωριό, οι Γερμανοί έδωσαν διαταγή να κλειστούμε όλοι στα σπίτια μας. 

Ο μικρός Αργύρης μπροστά από την πόρτα του σπιτιού του
Ο Αργύρης Σφουντούρης μπροστά από το σπίτι του
Εμείς είχαμε κλειστεί στο σπίτι μας. Ήμουν εγώ, ο πατέρας μου, δύο από τις αδερφές μου και μία ξαδέρφη μου. Η μεγαλύτερη αδερφή μου ήταν στην Αθήνα. Από το σπίτι έλειπε η μητέρα μου, γιατί είχε φύγει για Λιβαδειά, μαζί με ένα ζευγάρι γειτόνων. Είχαν πάρει ένα κάρο για να προσπαθήσουν να πουλήσουν ό,τι είχαν και να τ΄ανταλλάξουν με πράγματα που είχαμε ανάγκη. Μετά την μάχη που μας περιέγραψαν μεταξύ των ανταρτών και των Ναζί, είδα κάτι να αστράφτει και άκουσα έναν μεγάλο θόρυβο. Ήταν το πολυβόλο που εκτέλεσαν τους 12 ομήρους. 

Τότε τρομοκρατήθηκα και κατάλαβα ότι κάτι ασυνήθιστο γίνεται. Κάτι φοβερό! Η σφαγή είχε ήδη ξεκινήσει! Οι Γερμανοί βιάζονταν μάλιστα, γιατί είχαν να επιστρέψουν στην Λιβαδειά, πριν νυχτώσει. Γι΄ αυτό είχαμε και επιζώντες αλλιώς δεν θα άφηναν κανέναν ζωντανό!

Καταλάβαμε ότι έφτασαν στο σπίτι μας, όταν ακούσαμε κάτω στο πλακόστρωτο τις αρβύλες τους. Κατέβηκε ο πατέρας μου κάτω, με την ελπίδα να συζητήσει μαζί τους και να τους αποτρέψει να βάλουν φωτιά στο σπίτι μας. Κανείς δεν πίστευε ότι ήρθαν για να μας σφάξουν. Δεν ήταν άλλωστε η πρώτη φορά που ήρθαν οι Γερμανοί. Είχαν έρθει στο χωριό μας πολλές φορές. 

Από μαρτυρίες επιζώντων που έχω ακούσει, οι Ναζί, πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι και έπαιρναν ό,τι ήθελαν. Μία ξαδέρφη μου είχε είπε μία φορά, ότι ένας Ναζί που κρατούσε το οπλοπολυβόλο πήγε στο σπίτι της και της είπε: “Τι ωραίο τραπεζόμαντηλο!” Και εκείνη το έβγαλε και του το έδωσε! Τι να έλεγε; ''Όχι! Είναι δικό μου!”; Βέβαια την ημέρα της σφαγής, όλοι είχαν καταλάβει ότι δεν είχαν έρθει για πλιάτσικο! Δεν χρειάζονται είκοσι φορτηγά για να κάνεις πλιάτσικο!


Μπροστά από την πέτρινη σκάλα
πάνω στην οποία είδε για τελευταία φορά τον πατέρα του

Αυτή ήταν η τελευταία φορά που είδαμε τον πατέρα μας, ζωντανό! Θυμάμαι ότι άρχισαν να ανεβαίνουν φλόγες και καπνοί και βγήκαμε έξω. Ψάξαμε στην αυλή να βρούμε τον πατέρα μας. Δεν τον βρήκαμε και ανοίξαμε την αυλόπορτα να βγούμε έξω! Δεν ξέραμε που να πάμε! Τα είδα τα φορτηγά. Μου έχει μείνει η εικόνα ενός Ναζί που πηδούσε επάνω στο φορτηγό! Και ένας από αυτούς, μας έκανε νόημα να γυρίσουμε σπίτι! Να πάμε να κρυφτούμε δηλαδή. Δεν μας άφησε να βγούμε έξω, γιατί κάποιος άλλος θα μας εκτελούσε αμέσως! Έτσι, μπήκαμε ξανά μέσα στο σπίτι, και κρυφτήκαμε μέχρι να φύγουν. Έτσι σωθήκαμε. Όταν έφυγαν πια και ησύχασε το χωριό, βγήκαμε και είδαμε τον πατέρα μου σκοτωμένο! Και το άλλο πρωί, ειδοποίησαν τη γιαγιά μας. Είχαν φέρει το κάρο με την μάνα μου και τους άλλους δύο, σκοτωμένους! Η μάνα μου έφυγε από τη Λιβαδειά γιατί άκουσε ότι είχαν μαζευτεί πολλοί Γερμανοί στο χωριό. Ήρθε για να μας προστατέψει. Αν έμενε εκεί θα ζούσε! Πιθανότατα να είχαμε τη μάνα μας!



Τα πρώτα χρόνια μετά την σφαγή, μικρό παιδάκι εγώ, ήμουν ετοιμοθάνατος. Παραιτήθηκα από την ζωή. Είπα στον εαυτό μου: “Αφού τα έχασα όλα, έχασα τον κόσμο μου, κάηκε το σπίτι μου, σκοτώθηκαν οι γονείς μου, δεν θέλω να ζήσω”. Δεν υπήρχε τίποτα που να με κάνει να θέλω να ζήσω! Ήξερα ότι δεν θα είμαι ποτέ ξανά προστατευμένος και χαρούμενος. Και ήθελα να φύγω και εγώ από την ζωή! Όταν ήρθε ο Ερυθρός Σταυρός, εννέα μέρες μετά, στις 19 Ιουνίου, πήραν ορισμένα ορφανά παιδιά. Ανάμεσα τους, ήμασταν και εγώ με την αδερφή μου. Έπειτα όμως, εμένα με έστειλαν πίσω, γιατί είπαν ότι δεν έχουν δυνατότητα περίθαλψης νηπίων. Ήμουν βαριά άρρωστος. Ψυχολογικά ήμουν σε τέτοιο χάλι, που δεν ήθελα να φάω! Με είχαν ξεγράψει. Στο ορφανοτροφείο που πήγα 6 χρονών, στο Ζάννειο, είχα ειδική μεταχείριση. Διακόσια παιδιά από το Ζάννειο, μας στείλανε σε μία πολύ ωραία περιοχή στην Εκάλη, μέσα σε ένα πευκοδάσος. Κάποια παιδιά έτρωγαν ό,τι μαγείρευαν εκεί, άλλα ακολουθούσαν μία ειδική διατροφή και πέντε δέκα παιδιά, είχαμε το ελεύθερο να μπαίνουμε μέσα στην κουζίνα και να τρώμε, όταν το επιθυμούσαμε! Τα μάτια των μαγείρων αστράφτανε, όταν μας έβλεπαν. Έλεγαν: “Να φάνε τα παιδιά να μην πεθάνουν”. Για να μας κρατήσουν στην ζωή! Μας είχαν ξεγραμμένους!

Σε ηλικία 25-26 ετών σταμάτησα να μισώ. Τότε κατάλαβα ότι το μίσος καταστρέφει εμένα και δεν ενοχλεί κανέναν Γερμανό. Όσο δίκαιο και να είναι το μίσος, δεν είναι ο τρόπος που θα φέρει κάτι καλύτερο. Δεν είναι ο τρόπος που θα με έκανε να ξεπεράσω όσα έζησα. Η συμφιλίωση είναι η μόνη λύση. Αυτό είναι το μήνυμα μου στους ανθρώπους!».

protothema.gr
_____________
Ακολούθησέ μας στην σελίδα μας στο Facebook

AddThis

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...